Τοποθετήσεις σε τραπεζικές μετοχές προτείνουν ξένοι οίκοι
Wednesday, 18 November 2009 17:29
Επειτα από τη σύσταση της ΤτΕ, η Credit Suisse επισημαίνει πως οι ελληνικές τράπεζες δεν θα έχουν προβλήματα αναχρηματοδότησης. Τοποθετήσεις σε μετοχές ελληνικών τραπεζών, προτείνουν οι ξένοι οίκοι, σημειώνοντας ότι οι επενδυτές πρέπει να εκμεταλλευτούν τα χαμηλά επίπεδα.Οι προτροπές αυτές βέβαια, χθες διαπιστώθηκαν μέχρι τα 2/3 της συνεδρίασης, γιατί στη συνέχεια σημειώθηκαν ρευστοποιήσεις και μεγάλο μέρος των αρχικών κερδών εξανεμίστηκε.
BofA: Ειδικότερα, τη σύσταση αγοράς για τις ελληνικές τράπεζες επαναδιατυπώνει σε χθεσινή έκθεσή της η Bank of America (BofA), θεωρώντας υπερπουλημένες τις σχετικές μετοχές.
Ο διεθνής οίκος, παρεμβαίνει με την εν λόγω έκθεση, αν και πριν από πέντε μέρες περίπου είχε προηγηθεί μια ακόμη ανάλυσή του, αναφερόμενος στη χθεσινή συνεδρίαση, στην οποία οι τιμές των τραπεζικών μετοχών γκρεμίστηκαν κυριολεκτικά.
Συγκεκριμένα τονίζει πως οι ελληνικές τράπεζες υποαπέδωσαν σχεδόν κατά 10% μέσα σε λίγες συνεδριάσεις, γεγονός το οποίο εκτιμά ότι οφείλεται στις ανησυχίες τόσο για τις μακροοικονομικές προοπτικές της Ελλάδας όσο και για την ανησυχία σχετικά με τη στρατηγική εξόδου των τραπεζών από τη χρηματοδότηση της ΕΚΤ.
Για την τελευταία παράμετρο δε, τονίζει πως αν και οι ανησυχίες αυτές είναι λογικές, η τρέχουσα υποαπόδοση δεν είναι δικαιολογημένη.
Οι αθρόες πωλήσεις, σημειώνει, πυροδοτήθηκαν περαιτέρω από τη σύσταση της Τράπεζας της Ελλάδος προς τις τράπεζες να είναι πιο συνετές όσον αφορά στη διαχείριση της χρηματοδότησης της ΕΚΤ λαμβάνοντας υπόψη και τις στρατηγικές εξόδου.
Ο διεθνής οίκος αναφέρεται επίσης σε δημοσίευμα, σύμφωνα με το οποίο οι ελληνικές τράπεζες έχουν δανειστεί 42 δισ. ευρώ μέσω της ΕΚΤ, περίπου 7% του συνόλου της ευρωζώνης.
Η Merrill Lynch θεωρεί πως τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τη χρηματοδότηση της ΕΚΤ μέσω μείωσης του χαρτοφυλακίου χρεογράφων, βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης από την ΕΚΤ και των repos της διατραπεζικής.
Εκτιμά πως η μείωση 50% του χαρτοφυλακίου των κρατικών ομολόγων που διαθέτουν οι μεγάλες τράπεζες θα επηρέαζε αρνητικά τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά περίπου 4% το 2010, κάτι που αντιστοιχεί σε 15 μονάδες βάσης των προβλέψεων του μέσου όρου των δανείων.
Ο οίκος τονίζει πως αν και δεν μπορεί να αδιαφορήσει για τη μακροοικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, εξακολουθεί να βλέπει αξία στα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, επαναδιατυπώνοντας τη σύσταση «αγοράς» για την ΕΤΕ και τη Eurobank [EFGr.AT] .
Θεωρεί πως οι δύο αυτές τράπεζες μπορούν να επωφεληθούν από τις σταδιακές βελτιώσεις στην ποιότητα των παγίων, ενώ αναμένει ότι και οι δύο θα ανακοινώσουν καλά αποτελέσματα την ερχόμενη εβδομάδα.
Η Credit Suisse από την πλευρά της προτρέπει τους επενδυτές να αγοράσουν μετοχές των Εθνική Τράπεζα [NBGr.AT] και Alpha Bank [ACBr.AT] και να εκμεταλλευτούν την πρόσφατη πτώση των τίτλων, που σχετίζεται με τη διεύρυνση των spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων.
Ο οίκος σημειώνει δύο αιτίες για την πτώση των μετοχών, αφενός τα spread αφετέρου τις προτροπές της ΤτΕ για την έξοδο από το πακέτο στήριξης.
Για τα spread αναφέρει ότι η αγορά περιμένει τα δημοσιονομικά μέτρα και σημειώνει ότι η κυβέρνηση δείχνει να υιοθετεί σταδιακά μία στρατηγική μείωσης του ελλείμματος στα επόμενα τρία χρόνια, ενώ είναι διατεθειμένη να λάβει δραστικά μέτρα, παρότι η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση.
Επιπλέον, έπειτα και από τη σύσταση της ΤτΕ, η Credit Suisse επισημαίνει πως οι ελληνικές τράπεζες δεν θα έχουν προβλήματα αναχρηματοδότησης, καθώς η αναλογία δανείων/καταθέσεων μειώνεται το τελευταίο διάστημα, η κεφαλαιακή επάρκεια βελτιώνεται και η πρόσβαση στη χονδρική αγορά χρηματοδότησης είναι ομαλή.
Η Credit Suisse θέτει την τιμή στόχο για την Εθνική στα 28 ευρώ και για την Alpha στα 14,7 ευρώ.
Citi: Σε σύσταση ανάλογη με αυτή της Credit Suisse για την αγορά τραπεζικών μετοχών στα τρέχοντα χαμηλά επίπεδα, προχωρά και η Citi, τονίζοντας πως οι πρόσφατες πωλήσεις έχουν δημιουργήσει πολύ ελκυστικές αποτιμήσεις, ξεχωρίζοντας τις μετοχές των: Εθνικής, Κύπρου και Marfin.
Ο οίκος τονίζει ότι η πρόσφατη πτώση στις μετοχές των ελληνικών τραπεζών, οφείλεται στις ανησυχίες για την ασθενή δημοσιονομική θέση της Ελλάδας, τα σχέδια για έκτακτους φόρους, καθώς και στα ερωτηματικά για την έξοδο από τη χρηματοδότηση της ΕΚΤ.
Επίσης, αναπροσαρμόζει τις εκτιμήσεις για τα κέρδη ανά μετοχή των περισσοτέρων ελληνικών τραπεζών, προκειμένου να αποτυπώσει τη βελτίωση των καθαρών εσόδων από τόκους και τα υψηλότερα χρηματοοικονομικά έσοδα, που επηρεάζεται εν μέρει και από τις υψηλότερες προβλέψεις για τα δάνεια.
Ειδικότερα για την Αγροτική Τράπεζα αναβαθμίζει τις εκτιμήσεις για τα κέρδη το 2009 και 2010 στα 0,12 και 0,10 ευρώ (από 0,10 και 0,05 ευρώ αντίστοιχα), για την Eurobank υποβαθμίζει ελαφρώς τις εκτιμήσεις του 2009 στα 0,60 από τα 0,62 ευρώ, ενώ διατηρεί στα 0,92 ευρώ για το 2010, για την Emporiki Bank για το 2009 αναμένει ζημιές 2,51 ευρώ ανά μετοχή από τις ζημιές 1,96 ευρώ που ανέμενε και για το 2010 περιμένει κέρδη 0,19 ευρώ από τα 0,11 που ανέμενε.
Επίσης για την Εθνική αναμένει κέρδη ανά μετοχή 2,19 ευρώ το 2009 (από 2,29 ευρώ) και 2,57 ευρώ το 2010, για την Πειραιώς, αναμένει κέρδη 0,89 ευρώ από 0,92 ευρώ το 2009 και το 2010 1,04 ευρώ από τα 1,05 ευρώ και για τη Marfin Popular μειώνει ελαφρά τις εκτιμήσεις για τα κέρδη στα 0,22 ευρώ από 0,23 ευρώ το 2009.
Από την πλευρά της η Nomura Holdings αναμένει περαιτέρω βελτίωση των τάσεων στα καθαρά έσοδα από τόκους, αλλά και στα περιθώρια για τις ελληνικές τράπεζες. Όπως αναφέρει αν και τα απόλυτα επίπεδα των περιθωρίων θα παραμείνουν χαμηλότερα σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η συνεχιζόμενη ανατιμολόγηση του χαρτοφυλακίου δανείων και η εξομάλυνση των πιέσεων στα spreads καταθέσεων, αναμένεται να επιφέρουν περαιτέρω βελτίωση των περιθωρίων.
Όσον άφορα στην ποιότητα του ενεργητικού, αν και περιμένει περαιτέρω επιδείνωση, εκτιμά ότι ο ρυθμός της επιδείνωσης θα είναι πιο αργός. Στην περίπτωση της Eurobank, η τάση αυτή μπορεί να είναι ενισχυμένη, καθώς οι χρεώσεις για επισφαλή δάνεια από τον κλάδο της λιανικής λογικά θα κορυφωθεί νωρίτερα από ό,τι στα εταιρικά δάνεια.
Ακόμη, αναμένει η Eurobank να παρουσιάσει σημαντική βελτίωση της κεφαλαιακής της επάρκειας, και για το λόγο αυτό θα έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει την κρατική ενίσχυση (αν και δεν αναμένεται πριν από το β΄ τρίμηνο του 2010, εξαιτίας πολιτικών λόγων).
Τονίζει δε ότι διατηρεί τις ανησυχίες της για τις μακροοικονομικές προοπτικές των ελληνικών τραπεζών, ενώ θεωρεί ότι τα μακροοικονομικά ρίσκα αποτυπώνονται αυτή τη στιγμή.
