Menu

Η ΕΤΕ,άλλοτε και τώρα

ete palio ktirioΤο να μπαίνεις το 1964 στην Εθνική Τράπεζα, με διαγωνισμό και χωρίς μέσον, είκοσι χρόνια μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, αποτελούσε για εμένα αναμφίβολα ένα Θεϊκό δώρο!

Δεν έλυνες μόνο το πρόβλημα της επιβίωσής σου, αλλά αισθανόσουν υπερήφανος που δούλευες και για την ανασυγκρότηση αυτής της διαλυμένης Πατρίδας! Σε εκείνο το επαρχιακό Κατάστημα του Κιάτου, με τους ζεστούς συναδέλφους που θα είχαν σίγουρα τα διπλάσια χρόνια μας, είχαμε κιόλας προστεθεί 4 νέα παιδιά και από την πρώτη στιγμή είχαμε δέσει με εκείνους, τους παλιότερους! Και πλακατζήδες μάλιστα οι περισσότεροι στα κατ’ ιδίαν! Και τα αφεντικά βεβαίως δεν πήγαιναν πίσω, αλλά αυτοί είχαν την ευθύνη της Τράπεζας που έπρεπε κάτι να κάνουν να την μεγαλώσουν για να έχουν «μούτρα» μετά, να της ζητήσουν κάποια καλύτερη θέση! Εμείς πάντα μέσα σε αυτό στο φιλικό περιβάλλον, να δουλεύουμε με αφοσίωση και να εξυπηρετούμε τους πελάτες ασταμάτητα! Τα μεσημέρια ή τα βράδια τις τρείς ημέρες που είχαμε και απόγευμα, (μιλάμε για εβδομάδα των 6 ημερών), μόλις έκλεινε η πόρτα, άρχιζε το τρεχαλητό, να συμφωνήσει καθένας το τμήμα του βάσει των παραστατικών μας και μετά πηγαίναμε στον παραδοσιακό Ταμία να του λέμε τα συγκεντρωτικά ποσά κάθε λογαριασμού, κι εκείνος να συμφωνεί, πλην ελαχίστων περιπτώσεων που έπρεπε να το ξαναδούμε! Το Ταμείο έκλεινε αλλά εμείς μετά δεν φεύγαμε, αλλά πιάναμε και όσες άλλες δουλειές έπρεπε! Άλλοτε θα βοηθούσαμε στις καταθέσεις να βγάλουμε τους τοκαρίθμους, με εκείνα τα περίεργα μηχανάκια που μοιάζαν σαν σεληνάκατοι, ασορτί με την γραφομηχανή της κας Γωγώς που την είχε συνηθίσει και δεν ήθελε με τίποτε να την αλλάξει με μία σύγχρονη!
Οι τοκάριθμοι ήταν το γινόμενο κάθε ποσού που εκινείτο επί τις ημέρες και θα μας βοηθούσε αργότερα να βγάλουμε και να γράφουμε τους εξαμηνιαίους τόκους στις καρτέλες! Έπρεπε ακόμα κάθε μήνα να κάνουμε τα Extrait, αφού για την επαρχία δεν υπήρχε μηχανογράφηση και το Κέντρο Μηχανογραφίας μας έστελνε μόνο τις μηνιαίες συμφωνίες των λογαριασμών, βάσει των αντιγράφων παραστατικών που ταχυδρομούσαμε κάθε ημέρα. Από εκείνα τα αντίγραφα έβγαζαν τα μηνιαία σύνολα κάθε λογαριασμού κι εμείς έπρεπε να αθροίζουμε τις καρτέλες που έπρεπε να δίνουν τα ποσά των καταστάσεων. Ήταν πολλές φορές που μας παίδευαν, είτε εξαιτίας μιας εγγραφής που είχαμε παραλείψει, είτε είχε γίνει λάθος στην βιαστική προσθαφαίρεση. Κάποιες φορές έπρεπε να πηγαίνουμε και Κυριακές, άλλοτε για να πάμε στην περιφέρεια να προπαγανδίσουμε τα Ομόλογα και άλλοτε όταν πλησίαζαν οι ημέρες που γράφαμε τους τόκους στις καρτέλες εκεί τότε θα γινόταν της κακομοίρας! Άλλοτε πάλι κρυφά δυό ή τρείς από εμάς ανεβαίναμε στο πατάρι, για τον φόβο της Αστυνομίας που έκανε εφόδους! Κάποια φορά μάλιστα μας είχαμε πάει και στο Δικαστήριο! Ναι λοιπόν, πράγματι την αγαπούσαμε την Τράπεζα, όσο και να δουλεύαμε απλήρωτα! Ήταν η δεμένη ομάδα μας όπως είπα, η χαρά να εξυπηρετείς τον κόσμο, και να αισθάνεσαι, αν και τελευταίος τροχός, πως συμβάλλεις κι εσύ στην ανάπτυξη μετά τις μαύρες ημέρες του πολέμου που εμείς ως αγέννητοι δεν είχαμε ζήσει! Μέσα στον πρώτο κιόλας δικό μου μήνα, είχαμε υποδεχτεί τον τότε Διοικητή Γεώργιο Μαύρο, που περνούσε από όλα τα Επαρχιακά Υποκαταστήματα! Ήταν χαρά ανείπωτη για τους πρωτάρηδες να δέχονται χειραψία με τον Διοικητή! Πολλά χρόνια αργότερα, ίσως 25 θα τον εύρισκα σερνόμενο στο ίδιο Νοσοκομείο που νοσηλευόταν και ο πατέρας μου, που έφυγε! Τελείως διαφορετικά συναισθήματα! Άλλα τόσα χρόνια μετά και κάτι λίγα ακόμα, βλέπουμε τους νέους ηγέτες αυτής της Τράπεζας, αντί να πηγαίνουν να γνωρίσουν το προσωπικό και να δουν και τα προβλήματα του δικτύου, να τους ενισχύσουν και το ηθικό τους, τους βλέπουμε να ποζάρουν σαν μικρά παιδιά, ευτυχισμένοι στην τρελή χαρά τους, με την αγορά δύο θωρακισμένων αυτοκινήτων που παράγγειλαν, με δαπάνες της Τραπέζης!
Και χωρίς σημάδια τύψης για εκείνο το παλιό προσωπικό που του στέρησαν την επικούρησή του, από ποσά που είχαν συγκεντρωθεί κατά τα εργάσιμα χρόνια τους από κρατήσεις, σε λογαριασμό που έκανε η Τράπεζα, με το όνομα «ΛΕΠΕΤΕ»! Και η φτηνή δικαιολογία ήταν πως δεν άντεχε η Τράπεζα να πληρώνει! Εκεί λοιπόν ήταν η «αφαίμαξη», που γινόταν μάλιστα στους πρώην «αιμοδότες» του! Παραβλέποντας πως η ίδια η Εθνική με δική της πρωτοβουλία είχε δεχθεί από το ξεκίνημα του μέτρου, να προσθέτει και αυτή τον οβολό της ώστε πέρα από την κύρια σύνταξη του προσωπικού της, βγαίνοντας εκείνοι στην σύνταξη να έπαιρναν ένα ευπρεπές βοήθημα, καθορισμένο από τότε! Να θυμίσω πως η κύρια σύνταξη για πολλά χρόνια έμπαινε σε άλλο δικό μας Ταμείο, που όμως οι Πολιτικοί μας αργότερα το κατάργησαν και με όλα τα προικιά του μαζί με εμάς, μας έριξαν στο ΙΚΑ! Είναι απίστευτο, αυτή η Διοίκηση εμάς που στο παρελθόν πασχίζαμε για προσελκύσεις μικρές και μεγάλες, από συγγενείς, γνωστούς και φίλους, να βλέπεις τώρα αυτή την Τράπεζα να διώχνει 16500 οικογένειες μαζί με τους γνωστούς και τους φίλους τους, από πελάτες της! Τι να νομίζουν αυτοί οι δύο χαρούμενοι κύριοι, πως αν ο κόσμος ακούσει τις θωρακισμένες BMW τους θα τρέξει στην Εθνική να βάλει τα χρήματά του, που φυσικά τώρα θα είναι λίγα, γιατί όλες οι τσέπες αδειάζουν πλην των ελαχίστων Πολιτικών και των πάσης φύσεως εξουσιαστών που ατυχώς δεν το αισθάνονται! Και δεν σκέπτονται διόλου τον σημερινό απογοητευμένο υπάλληλο που βλέπει πως η Τράπεζα «σκοτώνει» τα παιδιά της όταν γεράσουν! Και με ποια αισιοδοξία ύστερα θα περιμένουν αυτός να δουλεύει το κάτι παραπάνω, και με ποιο χαμόγελο και με ποια πίστη να εργαστεί να μεγαλώσει την Τράπεζα με την ελπίδα να πάρει κι αυτός αύριο μία καλύτερη θέση, όπως υπολόγιζαν οι παλιότεροι! Το κλίμα είναι τόσο αρνητικό και οι εμπνεύσεις πια δεν προσφέρονται!

Του ΗΛΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ-Συνταξιούχος ΕΤΕ

 

back to top