Menu

Τζ. Βουμβάκη (ΕΤΕ): Το κρυφό «όπλο» των ελληνικών επιχειρήσεων

Μεσοπρόθεσμο στοίχημα για την ανάκαμψη της οικονομίας είναι η προσέλκυση επενδύσεων, που θα ήταν κρίσιμο να κατευθυνθούν σε τομείς με συγκεκριμένη δυναμική. Η διεθνής συγκυρία είναι ευνοϊκή για να πετύχει η χώρα ένα άλμα ανάπτυξης, αν και αναμφισβήτητα έχουμε ακόμα πολύ δρόμο, όπως σημειώνει η Αναπληρώτρια Διευθυντής Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, κυρία Τζέση Βουμβάκη.

Ενα «κρυφό» δυνατό σημείο του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα που εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τα λειτουργικά αποτελέσματα κατά την περίοδο ανάκαμψης -προσθέτει η ίδια- είναι η βελτίωση του μικτού περιθωρίου κέρδους κέρδους - 28% το 2016 από 24% το 2006- αν και αυτό δεν έχει γίνει ακόμα εμφανές σε όρους λειτουργικής κερδοφορίας για μια σειρά από λόγους που περιγράφονται παρακάτω.

Ενδιαφέρον αποτελεί ότι μεταξύ άλλων, οι κλάδοι – φαβορί με με ενδογενή συγκριτικά πλεονεκτήματα για τη χώρα μας και σημαντικό αναξιοποίητο δυναμικό, είναι οι ακόλουθοι: αγρο-διατροφικός τομέας, ξενοδοχεία, logistics, πληροφορική και ενέργεια.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, σε ένα διεθνές περιβάλλον που η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες της επιχειρηματικότητας και ανεβάζει τις ταχύτητες λειτουργίας του συστήματος, η κάλυψη των θεσμικών ελλειμμάτων αποτελεί πλέον μονόδρομο για την Ελλάδα.

Η ελληνική επιχειρηματικότητα σήμερα. Σε τι κατάσταση βρισκόμαστε συγκριτικά με την αρχή της κρίσης;

Κατά την προηγούμενη δεκαετία, ο ελληνικός επιχειρηματικός τομέας συρρικνώθηκε κατά 28% σε όρους κύκλου εργασιών. Αυτό συνέβη μέσω δύο καναλιών: (i) του κλεισίματος ενός σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων, καθώς και (ii) της μειωμένης δραστηριότητας των επιχειρήσεων που επιβίωσαν. Παράλληλα, η κεφαλαιακή βάση της χώρας έχει συρρικνωθεί κατά 17% την τελευταία δεκαετία. Αυτή η τελευταία παράμετρος είναι το πιο έντονο αποτύπωμα που έχει αφήσει η κρίση στη χώρα μας. Ακριβώς για αυτό το λόγο, το μεσοπρόθεσμο στοίχημα είναι η προσέλκυση επενδύσεων, οι οποίες θα ήταν κρίσιμο να κατευθυνθούν κυρίως σε τομείς που έχουν τη δυναμική να βελτιώσουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Πέρα από το αναμφισβήτητο κόστος της κρίσης, αναγνωρίζετε κάποια θετικά στοιχεία; Μαθήματα που μας έκαναν καλύτερους;

Καταρχάς, αξίζει να σημειωθεί μία δομική αλλαγή που συνέβη την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα: Παρατηρήθηκε σημαντική μετατόπιση μεριδίου δημιουργίας λειτουργικών κερδών (της τάξης του ¼) από τομείς εγχώριας ζήτησης (όπως λιανικό εμπόριο, ΜΜΕ, κατασκευές, εστίαση) σε εξωστρεφείς τομείς (όπως βιομηχανίες πετρελαίου, τροφίμων και πλαστικών, ξενοδοχεία και μεταφορές). Παράλληλα, οι ελληνικές επιχειρήσεις που κατάφεραν να επιβιώσουν τα δύσκολα χρόνια της κρίσης έχουν σε μεγάλο βαθμό ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας τους. Ένα εμφατικό παράδειγμα αυτής της βελτίωσης αποτυπώνεται στη βελτίωση του μικτού περιθωρίου κέρδους (28% το 2016 από 24% το 2006). Η βελτίωση αυτή δεν έχει γίνει ακόμα εμφανής σε όρους λειτουργικής κερδοφορίας λόγω του υψηλού επιπέδου του σταθερού κόστους (π.χ. ενοίκια) στις ακόμα συμπιεσμένες πωλήσεις (από τη χαμηλή εγχώρια ζήτηση). Ωστόσο, η βελτίωση αυτή αποτελεί ένα «κρυφό» δυνατό σημείο του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα που εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τα λειτουργικά αποτελέσματα κατά την περίοδο ανάκαμψης.

Πιστεύετε ότι η διεθνής συγκυρία βοηθάει την ανάκαμψη της ελληνικής επιχειρηματικότητας;

Σε διεθνές επίπεδο, βρισκόμαστε εν μέσω έντονων μεταβολών καθώς ισχυροποιούνται οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Οι εξαγωγές καλύπτουν σχεδόν το 1/3 του παγκόσμιου ΑΕΠ ενώ οι διεθνείς ροές κεφαλαίου έχουν τριπλασιαστεί κατά την τελευταία 20ετία. Παράλληλα, η ψηφιακή τεχνολογία «διαταράσσει» ολόκληρους κλάδους της οικονομίας και οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις μετασχηματίζουν το παγκόσμιο σύστημα του επιχειρείν επιτρέποντας την ανάδειξη νέων ανταγωνιστικών παικτών. Υπό αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να πούμε ότι η διεθνής συγκυρία είναι θετική για να πραγματοποιήσει η χώρα μας ένα άλμα ανάπτυξης και να αναμορφωθεί σε οικονομία έντασης γνώσης και επιχειρηματικότητας. Αναμφισβήτητα έχουμε ακόμα πολύ δρόμο. Ωστόσο θεωρώ ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι εφικτή για την Ελλάδα, δεδομένης της υψηλής ποιότητας ανθρώπινου δυναμικού της χώρας αλλά και της δυναμικής που μπορεί να προσδώσει η ακαδημαϊκή και επιχειρηματική Ελληνική Διασπορά.

Μπορούμε να μιλάμε για πρόοδο στο θέμα της εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων;

Αναζητώντας στηρίγματα στην περίοδο της κρίσης, οι ελληνικές επιχειρήσεις αξιοποίησαν τη δυναμική πορεία του διεθνούς εμπορίου, με τις ελληνικές εξαγωγές να αυξάνονται κατά 37% την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο η δυναμική του παγκόσμιου εμπορίου ήταν ισχυρότερη, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να χάσει μερίδιο στις διεθνείς αγορές (από 0,21% σε 0,16% την τελευταία 8ετία). Ωστόσο, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε την ύπαρξη προϊόντων υψηλής ανταγωνιστικότητας που κατάφεραν να αυξήσουν ή να διατηρήσουν υψηλά μερίδια αγοράς στην περίοδο της κρίσης – δίνοντας εχέγγυα περαιτέρω ανόδου στο μέλλον. Αυτά είναι κυρίως τρόφιμα με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά που τους προσφέρουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα όπως καπνιστό ψάρι, ελιές, γιαούρτι, φιστίκια, φέτα, παγωτό και ελαιόλαδο. Βάσει σχετικής έρευνας πεδίου της ΕΤΕ, οι στρατηγικές των «επιτυχημένων» Ελλήνων εξαγωγέων έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά:

- Ισχυρή στόχευση στην αποτελεσματική διαχείριση κόστους και στην υιοθέτηση συσκευασίας υψηλής ανταγωνιστικότητας.

- Έμφαση στην αξιοποίηση των δομών clusters και των πλεονεκτημάτων δικτύωσης και συνεργειών που αυτά προσφέρουν.

- Προτεραιότητα σε αναπτυγμένες αγορές Δυτικής Ευρώπης και Αμερικής, στις οποίες τα αποτελέσματα της έρευνάς μας έδειξαν ότι επιτυγχάνονται υψηλότερα περιθώρια κέρδους.

Ξεχωρίζετε κάποιους κλάδους ελληνικών επιχειρήσεων που αποδίδουν ή έχουν προοπτικές να αποδώσουν;

Από τις έρευνες μας, προκύπτει η ύπαρξη δυναμικών επιχειρήσεων σε όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κλάδους με ενδογενή συγκριτικά πλεονεκτήματα για τη χώρα μας και σημαντικό αναξιοποίητο δυναμικό, θα έλεγα: αγρο-διατροφικός τομέας, ξενοδοχεία, logistics, πληροφορική και ενέργεια.

Ας τα πάρουμε ένα-ένα. Για παράδειγμα, ποια είναι τα στοιχεία που δίνουν προβάδισμα στον αγρο-διατροφικό τομέα...

Ευνοημένος από τα εγγενή φυσικά χαρακτηριστικά της Ελλάδας, ο αγροτικός τομέας είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας, συνεισφέροντας 2,9% στο ΑΕΠ (έναντι 1,2% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη) και 14% στην απασχόληση (έναντι 5% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη). Η διεθνής συγκυρία ήταν εξαιρετικά θετική για τον κλάδο κατά την τελευταία 25ετία, με την παγκόσμια ζήτηση να αυξάνεται με ρυθμό 9% ετησίως και την Ευρώπη να παραμένει κυρίαρχη στη διεθνή αγορά τροφίμων (καλύπτοντας το 40% των εξαγωγών παγκοσμίως). Ωστόσο, η έλλειψη συνεπούς στρατηγικής και ευρείας χρήσης νέων τεχνολογιών (π.χ. γεωργία ακριβείας, χρήση βελτιωμένων σπόρων) δεν επέτρεψε στον ελληνικό κλάδο να αξιοποιήσει το αντικειμενικό συγκριτικό του πλεονέκτημα και να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ευκαιρία.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι επενδύσεις σε αγροτική έρευνα και ανάπτυξη αγγίζουν μόλις τα €11/εκτάριο ετησίως (έναντι €33/εκτάριο στην Ευρώπη). Έτσι, η ελληνική αγροτική παραγωγή - στηριζόμενη σε μεγάλο βαθμό στις επιδοτήσεις - αυξήθηκε κατά λιγότερο από 1% ετησίως την τελευταία 25ετία (μόλις 0,3% ετησίως αν αφαιρέσουμε τις επιδοτήσεις). Ως αποτέλεσμα, πλέον καλύπτει μόλις το 0,3% της παγκόσμιας παραγωγής από 0,8% το 1993. Επιπλέον, ο βαθμός τυποποιήσης στην Ελλάδα παραμένει χαμηλός (με τη βιομηχανία τροφίμων να προσφέρει προστιθέμενη αξία της τάξης του 40% στην ελληνική αγροτική παραγωγή, έναντι 70% κατά μέσο όρο στη Δυτική Ευρώπη).

Συνεπώς, υπάρχει σημαντικό αναξιοποίητο δυναμικό σε αυτό τον τομέα στην Ελλάδα, τόσο σε επίπεδο πρωτογενούς παραγωγής όσο και σε επίπεδο μεταποίησης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, ο αγροδιατροφικός τομέας μπορεί να προσφέρει επιπλέον περίπου €12 δισ. ετησίως, αν ενισχυθεί η τεχνολογία, το branding και η επιχειρηματική λειτουργία των συνεταιρισμών.

Προχωράμε στα ξενοδοχεία. Πώς κινήθηκε αυτός ο κλάδος κατά τη διάρκεια της κρίσης;

Τα ξενοδοχεία αναδείχτηκαν σε σταθερό πυλώνα ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της κρίσης, ανεβάζοντας τη συνεισφορά τους στο ελληνικό ΑΕΠ στο 3,5% το 2016 από 2,5% το 2008 (έναντι 1,6% κ.μ.ο. στις βασικές ανταγωνίστριες μεσογειακές χώρες). Συγκεκριμένα, ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος αύξησε την εξωστρέφειά του και υπερκάλυψε την πτώση της εγχώριας ζήτησης. Ως αποτέλεσμα, η συνολική ζήτηση σε όρους αφίξεων αυξήθηκε κατά 12% στη διάρκεια της κρίσης. Επίσης αξιοσημείωτη εξέλιξη είναι η ποιοτική αναβάθμιση (που συνοδεύτηκε από αύξηση κλινών κατά 10% την περίοδο 2008-2016), με περισσότερο από το 80% των νέων κλινών να αφορούν ξενοδοχεία 4-5 αστέρων, διαμορφώνοντας το συνολικό τους μερίδιο στο 43% των κλινών το 2016, έναντι 37% το 2008.

Στον κλάδο των Logistics, ποιες είναι οι παράμετροι που τον στηρίζουν;

Στον τομέα αυτό, το στοίχημα είναι να αξιοποιήσει η χώρα μας τη μοναδική θέση που έχει στον χάρτη. Ήδη ο κλάδος των logistics (μεταφορές και αποθήκευση) καλύπτει ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού ΑΕΠ (5,4% έναντι 3,9% κατά μέσο όρο στην ΕΕ). Έμφαση είναι σημαντικό να δοθεί στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αλυσίδας με βασικούς διασυνδεδέμενους κρίκους τα λιμάνια, το σιδηροδρομικό δίκτυο και τους σταθμούς μεταφόρτωσης.

Οι επιχειρήσεις πληροφορικής πώς κινήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης;

Οι επιχειρήσεις υπηρεσιών πληροφορικής εμφανίστηκαν ανθεκτικές στην κρίση – με αιχμή τις ΜμΕ του κλάδου, οι οποίες αύξησαν τις πωλήσεις τους κατά 6% ετησίως την περίοδο 2009-2017. Σύμφωνα με σχετική έρευνα πεδίου της Εθνικής Τράπεζας, η υπεροχή του τομέα πληροφορικής έναντι του λοιπού τομέα των ΜμΕ απορρέει από την ύπαρξη δύο ευδιάκριτων πυλώνων: τη δυναμικότητα του οικοσυστήματος των τεχνολογικών startups και των οργανωμένων σε clusters εταιρειών. Ωστόσο, είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι η ύπαρξη θεσμικών κυρίως ελλειμμάτων κρατάει το μέγεθος αυτών των δύο πυρήνων ανάπτυξης σε σε χαμηλό επίπεδο στην Ελλάδα.

Πώς βλέπετε τις προοπτικές της Ελλάδας στον τομέα της ενέργειας;

Ο κλάδος ενέργειας είναι κομβικός για την ελληνική οικονομία. Καταρχάς, παρέμεινε δυναμικός κατά τη διάρκεια της κρίσης, και δημιούργησε σημαντικό μερίδιο των επενδύσεων – μερίδιο πολλαπλάσιο της βαρύτητάς του στην οικονομία. Ωστόσο, η πραγματική σημασία του κλάδου της ενέργειας συνίσταται στο γεγονός ότι η αποτελεσματική λειτουργία του εξασφαλίζει χαμηλό κόστος ενέργειας, το οποίο δρα πολλαπλασιαστικά στην ενίσχυση της ανάπτυξης της οικονομίας. Αυτή τη στιγμή ένας συνδυασμός παραγόντων δημιουργεί έντονες τάσεις μετασχηματισμού του τομέα ενέργειας στην Ελλάδα. Από τη μια πλευρά, έχουμε την επίδραση διεθνών παραμέτρων - κυρίως (i) περιβαλλοντικοί στόχοι, (ii) η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά για την ηλεκτρική ενέργεια και (iii) η τάση διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού της Ευρώπης με φυσικό αέριο.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε την επίδραση εγχώριων εξελίξεων – κυρίως (i) η απελευθέρωση των αγορών ενέργειας (τόσο στην παραγωγή όσο και στην πώληση) και (ii) η διενέργεια σημαντικών ιδιωτικοποιήσεων. Συνεπώς, οι επενδυτικές ανάγκες στον ενεργειακό τομέα είναι μεγάλες, η σημασία αυτών για την ανταγωνιστικότητα και τη δυναμική της οικονομίας είναι υψηλή, και η τρέχουσα διεθνής συγκυρία είναι ευνοϊκή για την υλοποίησή τους.

Κυρία Βουμβάκη, πού "χωλαίνει" το σύστημα; Τι απαιτείται για να αξιοποιήσει η χώρα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα;

Το αναξιοποίητο δυναμικό της Ελλάδας είναι ένα γεγονός με διπλή ανάγνωση. Μπορεί να αξιολογηθεί υπό το αρνητικό πρίσμα των χαμένων ευκαιριών είτε μπορεί να αξιολογηθεί υπό το θετικό πρίσμα ότι αποτελεί μια ισχυρή βάση για την ανάκαμψη της οικονομίας μας. Για να κινηθούμε προς τη γόνιμη πορεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης, προτεραιότητα είναι σημαντικό να δοθεί:

1. στη διαμόρφωση ολοκληρωμένου και συνεπούς νομικού πλαισίου για την επιχειρηματικότητα και στην εγκαθίδρυση ταχύτερων και αποτελεσματικότερων διαδικασιών υπεράσπισής του από το δικαστικό σύστημα,

2. στη θεσμική ενίσχυση των διόδων επικοινωνίας της ακαδημαϊκής κοινότητας με τις επιχειρήσεις, και

3. στην αποσαφήνιση του ρυθμιστικού πλαισίου αξιοποίησης της γης καθώς και του καθεστώτος ιδιοκτησίας γης.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον που η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες της επιχειρηματικότητας και ανεβάζει τις ταχύτητες λειτουργίας του συστήματος, η κάλυψη των θεσμικών ελλειμμάτων αποτελεί πλέον μονόδρομο για την Ελλάδα.

back to top