Logo
Print this page

Alpha Bank: Κλειδί για την οικονομία η απρόσκοπτη εκτέλεση του ΠΔΕ

Σύμφωνα με στοιχεία που περιέχονται στην Έκθεση του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος (Κεφ. VI) που δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα, το 2017 εκτιμάται ότι είναι η πρώτη χρονιά μετά το 2007, κατά την οποία η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, σε ετήσια βάση, οφείλεται σε δομικούς παράγοντες, όπως η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητος και η επάνοδος του πληθωρισμού σε θετικό έδαφος.

Αντιθέτως, σημειώνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο της δελτίο, τα έτη 2012 και 2015 η μείωση προερχόταν από ενέργειες που δεν επηρέαζαν το πρωτογενές ισοζύγιο της Γενικής Κυβερνήσεως παρά μόνο το χρέος.

Οργανική συγκράτηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ: ανάπτυξη, πληθωρισμός και πλεόνασμα

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβερνήσεως εκτιμάται ότι υπερέβη τον στόχο το 2017 για δεύτερο συνεχές έτος, συμβάλλοντας στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 2,6 εκατοστιαίες μονάδες, έναντι 3,7 το 2016. Παράλληλα, το 2017 ήταν το πρώτο έτος από το 2007 όταν η επίδραση της διαφοράς του επιτοκίου από τον ονομαστικό ρυθμό μεγεθύνσεως της οικονομίας (snowball effect), συνέβαλε στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 1,2 εκατοστιαίες μονάδες.

Συνεπώς, το 2017, η διαμόρφωση υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος είχε τη μεγαλύτερη μειωτική επίπτωση στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Εξετάζοντας, ωστόσο, τις μεταβολές του χρέους προς ΑΕΠ σωρευτικά στην περίοδο 2009-2017, διαπιστώνεται ότι (Έκθεση Διοικητή ΤτΕ για το έτος 2017, Κεφ.V) η αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 51,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, προήλθε πρωτίστως από τη ραγδαία υποχώρηση του ονομαστικού ρυθμού της οικονομικής δραστηριότητος (συμβολή 45,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ), ενώ οι τόκοι και το πρωτογενές ισοζύγιο συνέβαλαν κατά 36,3 και 16,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, αντίστοιχα. Οι αυξήσεις αυτές μερικώς αντισταθμίστηκαν από την ανταλλαγή ομολόγων (PSI) και λοιπές προσαρμογές ελλείμματος-χρέους (-47,0 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ).

Επιμήκυνση χρέους, σύνδεση με ανάπτυξη και δημοσιονομικό μίγμα

Δεδομένου του μεγάλου ύψους του ελληνικού δημοσίου χρέους, η επίτευξη υψηλών ρυθμών αναπτύξεως της οικονομίας τα επόμενα έτη εκτιμάται ότι θα επιδράσει περισσότερο μειωτικά στον λόγο χρέος προς ΑΕΠ, σε σχέση με την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Οι συνθήκες για την αποκλιμάκωση της δανειακής επιβαρύνσεως του ελληνικού Δημοσίου αναμένεται να διαμορφωθούν μέσα στους επόμενους μήνες. Αναμένεται ότι καθώς προσεγγίζουμε την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος προσαρμογής, αναμένεται να αποσαφηνισθούν οι δράσεις που θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν την υποχώρηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε βιώσιμο επίπεδο. Στην κατεύθυνση αυτή επισημαίνουμε τα εξής:

Πρώτον, η υιοθέτηση και περαιτέρω εξειδίκευση των μέτρων που θα προσδιορισθούν πριν την ολοκλήρωση του προγράμματος. Συγκεκριμένα, αναμένεται να εξετασθεί η κατάργηση του περιθωρίου επιτοκίου που σχετίζεται με την επαναγορά χρέους του δεύτερου προγράμματος, η διάθεση των κερδών από τα χαρτοφυλάκια ANFA και SMP και η ενδεχόμενη αξιοποίηση τυχόν αδιάθετων πόρων του προγράμματος (Έκθεση Διοικητή ΤτΕ για το έτος 2017, Kεφ. VI).

Παράλληλα, αναμένεται να εξετασθεί η δυνατότητα αναβολής πληρωμών τόκων και χρεολυσίων επί δανείων του EFSF για διάστημα έως 15 έτη. Μια ελάφρυνση του χρέους που θα περιορίζει δραστικά τις δανειακές ανάγκες σε βάθος επενδυτικού ορίζοντα μέσω επιμηκύνσεως των λήξεων μέρους του κρατικού χρέους και η σύνδεση των δαπανών εξυπηρετήσεώς του με τον ρυθμό μεγεθύνσεως της οικονομίας, θα οδηγήσει σε ενίσχυση της εμπιστοσύνης στις αγορές, επιτρέποντας την περαιτέρω υποχώρηση των επιτοκίων δανεισμού.

Δεύτερον, τα μέτρα ελαφρύνσεως του χρέους εφόσον συνοδευθούν με μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα, θα δημιουργήσουν δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος εάν αξιοποιηθεί αποτελεσματικά, θα επιφέρει μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μέσω και της αυξήσεως του παρονομαστή. Στη Νομισματική Έκθεση 2016-2017 της Τραπέζης Ελλάδος, υποστηρίζεται ότι η μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος από 3,5% του ΑΕΠ, στο 2% του ΑΕΠ από το 2020 και εντεύθεν δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του χρέους, η αποκλιμάκωσή του οποίου μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα μέσω της μειώσεως του επιτοκίου ή του ρυθμού αυξήσεως του πραγματικού ΑΕΠ.

Επισημαίνεται επιπλέον ότι, ο δημοσιονομικός χώρος που θα προκύψει από τον εξορθολογισμό των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα πρέπει να αξιοποιηθεί σε δραστηριότητες που προάγουν την ανάπτυξη της οικονομίας, όπως το να δοθούν επιπλέον φορολογικά κίνητρα σε ευρεσιτεχνίες, στην καινοτομική επιχειρηματικότητα των νέων, σε δυναμικούς τομείς της οικονομίας κ.α. Αυτή η πρακτική μπορεί να πυροδοτήσει έναν ενάρετο κύκλο τεχνολογικής προόδου και διατηρήσιμης ανάπτυξης και να συμβάλει στη μείωση του λόγου χρέος προς ΑΕΠ, μέσω της αυξήσεως του πραγματικού ΑΕΠ.

Επιπλέον, η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου παρέχει τη δυνατότητα αλλαγής του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής προς όφελος δαπανών με ισχυρότερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, επιτρέποντας την υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και ενισχύοντας δαπάνες σε τομείς όπως η εκπαίδευση και η έρευνα.

Η δημοσιονομική πολιτική συνιστά μέσο αναδιανομής των πόρων στην οικονομία και ως εκ τούτου εργαλείο εφαρμογής διαρθρωτικής πολιτικής. Δύναται δε να συμβάλει στη δημιουργία ενός ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος μέσω των φορολογικών κινήτρων. Ένας κρίσιμος τομέας στον οποίο μπορεί συμβάλει θετικά είναι η προώθηση της Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α), παρέχοντας φορολογικά κίνητρα σε επιχειρήσεις τεχνολογίας ή/ και εξωστρεφούς καινοτομίας.

Έχει παρατηρηθεί εμπειρικά ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες η αύξηση της δαπάνης για Ε&Α κατά 40%, αυξάνει το ΑΕΠ κατά 5% μακροπρόθεσμα, ενώ το δημοσιονομικό κόστος δεν ξεπερνά το 0,4% του ΑΕΠ ετησίως (ΤτΕ, Έκθεση Διοικητή 2017, σελ 161). Σημειώνεται ότι στην Ελλάδα οι δαπάνες για Ε&Α, αν και έχουν αυξηθεί τα τελευταία έτη, υστερούν σημαντικά ως ποσοστό στο ΑΕΠ, σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο και τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (2016, Ελλάδα: 0,42%, ΕΕ:1,25%, ΟΟΣΑ:1,64%).

Όπως αναφέρει η τράπεζα, από το 2010 και μετά επετεύχθη, στην Ελλάδα, μία άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή. Η εξάλειψη του δημοσιονομικού ελλείμματος φαίνεται στην πορεία τόσο του πρωτογενούς πλεονάσματος (% του ΑΕΠ) όσο και του διαρθρωτικού πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβερνήσεως ως ποσοστό του δυνητικού ΑΕΠ (πορτοκαλί και μπλε μπάρα αντίστοιχα).

Σημειώνεται ότι το διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα προσαρμόζεται ως προς την επίδραση του οικονομικού κύκλου και ως εκ τούτου αποτελεί μέτρο απεικονίσεως της εντάσεως της δημοσιονομικής προσαρμογής. Από το 2013 η Ελλάδα επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ από το 2009 έως το 2017 η σωρευτική του μεταβολή του διαρθρωτικού πρωτογενούς πλεονάσματος ανήλθε σε 17,6% του ΑΕΠ και του πρωτογενούς πλεονάσματος σε 12,7% του ΑΕΠ.

Η υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ειδικά το 2016 αλλά και το 2017 οφείλεται:

α) στην καλύτερη πορεία των εσόδων κυρίως από τους εμμέσους φόρους και σε μικρότερο βαθμό από τους άμεσους. Συνολικά, τα έσοδα από τους φόρους ενισχύθηκαν τόσο λόγω της βελτιώσεως της εισπραξιμότητας των φόρων όσο και λόγω της αυξήσεως των εσόδων από ΦΠΑ. Η αύξηση των εσόδων ΦΠΑ οφείλεται στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών και της εκτεταμένης χρήσεως των πιστωτικών καρτών που πυροδότησε η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων.

Προκειμένου να αλλάξει το μίγμα των εσόδων από τη φορολογία προς την κατεύθυνση της αυξήσεως των άμεσων φόρων, σε σχέση με τους έμμεσους, είναι κρίσιμο να καταπολεμηθεί με αποφασιστικότητα η φοροδιαφυγή, η οποία στην Ελλάδα αποτελεί χρόνια αδυναμία, διαβρώνει τα φορολογικά έσοδα και ωθεί τις κυβερνήσεις σε αλλεπάλληλες αυξήσεις έμμεσης φορολογίας οι οποίες προκαλούν μεγαλύτερες στρεβλώσεις.

β) στη μείωση των δαπανών, που οφείλεται κυρίως στη συγκράτηση των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ).

Η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου θα επιτρέψει την απρόσκοπτη εκτέλεση του ΠΔΕ, το οποίο παρέχει μακροχρόνια οφέλη στην οικονομία προς την κατεύθυνση διατηρήσιμης αναπτυξιακής δυναμικής.

Template Design © ΒΝ Creative Internet.